κουβεντες γυναικων

" Όταν εκπαιδεύεις ένα αγόρι, μορφώνεις ένα αγόρι. Όταν εκπαιδεύεις ένα κορίτσι, μορφώνεις μια ολόκληρη γενιά."

ελληνική ημερομηνία

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ

Ολα για την γυναικα .το σπιτι,το παιδι,την οικογενεια....

Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2014

Η αστεια εικονα της ημερας...


Πεμπτη 25/12/204



Ο Κάρολος Ντίκενς και το πιο μεγάλο δώρο των Χριστουγέννων Του Θανάση Μπαντέ



Ο Σκρουτζ ήταν μοιραίο να γίνει ακαταμάχητος, όχι μόνο για τη θρυλική τσιγγουνιά που έφτανε στην αποκτήνωση, αλλά κυρίως για την απόλυτη μεταστροφή του που μόνο η έσχατη αυτογνωσία μπορούσε να εξασφαλίσει. Ήταν ο ανάπηρος συναισθηματικά άνθρωπος που αντιλαμβανόταν την ευτυχία αποκλειστικά ως υπόθεση ατομική αδυνατώντας να πλησιάσει τους άλλους ανθρώπους. Κι αυτό ακριβώς είναι η ευτυχία του χρήματος ως διαστρεβλωμένη αξία που λειτουργεί αυτόνομα. Γιατί ο Σκρουτζ δεν ξόδευε το χρήμα προκειμένου να καταναλώσει απολαύσεις, έστω ευτελείς. Ο Σκρουτζ αντλούσε απόλαυση από την ίδια τη χρηματική συσσώρευση μετατρέποντάς την σε αξία ζωής.
Τα τραύματα του παρελθόντος, που λειτουργούν υπόγεια και βγαίνουν στην επιφάνεια με την παρέμβαση των φαντασμάτων, διαμορφώνουν μια άρρωστη προσωπικότητα χωρίς όμως να φανερώνουν τη δυστυχία της ύπαρξης. Αντιθέτως, ισχυροποιούν το υποκείμενο δίνοντας του την ψευδαίσθηση του ανίκητου, αφού αυτό (και μόνο αυτό) γνωρίζει την πραγματική εικόνα του κόσμου δίχως να παρασύρεται σε ανώφελους – έως γελοίους – συναισθηματισμούς όπως οι υπόλοιποι. Ο Σκρουτζ είναι ο κάτοχος της αλήθειας, της μόνης και ακαταμάχητης αλήθειας, που μόνο ο κυνισμός μπορεί να στοιχειοθετήσει. Η μεταστροφή του δεν είναι μόνο η υπεροχή του καλού, που δρα ανακουφιστικά ανατρέποντας την κατάσταση, αλλά και το οδοιπορικό μιας γιατρειάς που μόνο ένα σοκ θα μπορούσε να επιφέρει. Κι αυτός ακριβώς είναι ο ρόλος των φαντασμάτων.  Με άλλα λόγια, ο Σκρουτζ σηματοδοτεί την ελπίδα ότι όλα μπορούν να αλλάξουν ανά πάσα στιγμή, αρκεί ο καθείς να βρει το κουράγιο να πολεμήσει τα φαντάσματά του.
Ο Κάρολος Ντίκενς  (7 Φεβρουαρίου 1812 - 9 Ιουνίου 1870) ήταν Άγγλος μυθιστοριογράφος
Ο Κάρολος Ντίκενς (7 Φεβρουαρίου 1812 – 9 Ιουνίου 1870) ήταν Άγγλος μυθιστοριογράφος
 
Ο χημικός Ρέντλω όμως δεν ξεκινά από την ίδια αφετηρία. Ο Ρέντλω, τραυματισμένος επίσης από το παρελθόν, αδυνατεί να καταφύγει στο φάρμακο της λήθης – όπως ο Σκρουτζ. Αντιθέτως το αναζητά. Είναι τόσο ανίσχυρος μπροστά στη δύναμη της παρελθούσας δυστυχίας που το πέρασμα στη λησμονιά είναι βέβαιο ότι θα δράσει ανακουφιστικά. Παρακολουθούμε δηλαδή το ίδιο θέμα με ακριβώς αντίστροφη πορεία. Ενώ στο Σκρουτζ ξεκινάμε με την αποκτηνωτική διαγραφή του παρελθόντος που τελικά ξεπερνιέται με την κατάδειξη της υπαρξιακής γύμνιας της δίχως συναίσθημα ζωής, στην περίπτωση του Ρέντλω βρισκόμαστε μπροστά στην αγιάτρευτη δυστυχία που επιτέλους θέλει να ξεχάσει. Και οι μέρες των Χριστουγέννων, ως θεσμοθετημένο σύμβολο της ανθρώπινης χαράς, έχουν τη δύναμη να κάνουν τη δυστυχία ανυπόφορη: «Αυτά τα γυρίσματα του χρόνου, που γιορτάζουμε κάθε τέτοια εποχή και τι δε μας φέρνουν στο νου! Υπάρχει άνθρωπος, που να μην του ξυπνούν ακόμη μια φορά μέσα του κάποια παλιά λύπη ή κάποια βάσανα;»
Το φάντασμα που εμφανίζεται δεν είναι παρά ο ίδιος ο Ρέντλω που ως άλλος εαυτός ξεστομίζει τις πιο μύχιες, κι ως εκ τούτου πιο πικρές, σκέψεις. Μιλώντας σε πρώτο πρόσωπο σκαλίζει και πάλι τις πληγές: «Όνειρα για τη μελλοντική μου οικογενειακή ζωή μαζί μ’ εκείνη, που στάθηκε η έμπνευσή μου στο μόχθο μου. Όνειρα για την αδερφή μου………… όνειρα για την εποχή της ωριμότητας και για την ειρηνική ευτυχία και για τους χρυσούς δεσμούς μας, που μας είχαν ενώσει από τα πρώτα μας χρόνια και που θα ένωναν κι εμάς και τα παιδιά μας………….. Απατηλά……… Γιατί ο φίλος μου μπήκε ανάμεσα σε μένα και στην πηγής της δύναμής μου……….. Η αδερφή μου, διπλά αφοσιωμένη έζησε για να με δει διάσημο και τις φιλοδοξίες μου να πραγματοποιούνται, όταν πια είχαν μείνει χωρίς κίνητρα κι έπειτα………. Έπειτα πέθανε». Η αφόρητη δυστυχία του Ρέντλω δεν είναι τίποτε άλλο από την έλλειψη κινήτρων για ζωή. Γιατί ο Ρέντλω ύφαινε το δικό του υπαρξιακό μύθο μέσα από συγκεκριμένα πρόσωπα. Η επαγγελματική επιτυχία που τον συνοδεύει, επιτυχία που επετεύχθη με αγώνα σκληρό, φαντάζει περισσότερο ως χλευασμός, αφού τελικά στερείται νοήματος. Κι αυτή ακριβώς είναι η ματαίωση, δηλαδή η πιο χειροπιαστή εκδοχή της δυστυχίας. Το μόνο που μένει είναι η αυτολύπηση ως επισφράγιση της χαμένης ζωής. Και κάπου εδώ κρύβεται το νόημα της ύπαρξης που δε νοείται χωρίς τη συναισθηματική πληρότητα του ατομικού μύθου.
Γι’ αυτό η ύπαρξη τρέφεται με όνειρα. Γιατί ο μύθος είναι η πυξίδα της ύπαρξης. Η ματαίωση του μύθου δεν είναι παρά το αδιαπέραστο της κενότητας, δηλαδή της υπαρξιακής εκμηδένισης. Κι αυτός είναι ο δρόμος της απαξίωσης των πάντων, δηλαδή της πιο επώδυνης συντριβής. Γι’ αυτό, όταν το φάντασμα του προσφέρει την ευεργεσία της λησμονιάς, ως ύστατο καταφύγιο και αποκούμπι, ο Ρέντλω το σκέφτεται σοβαρά: «Αν είχα κάποιο φαρμάκι μες στο σώμα μου και κρατούσα στα χέρια μου το αντίδοτο κι ήξερα να το μεταχειριστώ, δε θα ‘πρεπε να το χρησιμοποιήσω; Κι αν υπάρχει φαρμάκι μες στο νου μου και μπορώ, βοηθημένος από τούτο το φοβερό ίσκιο, να το βγάλω από μέσα μου, δεν πρέπει να λυτρωθώ από αυτό;»
Το φάντασμα που εμφανίζεται δεν είναι παρά ο ίδιος ο Ρέντλω που ως άλλος εαυτός ξεστομίζει τις πιο μύχιες, κι ως εκ τούτου πιο πικρές, σκέψεις.
Το φάντασμα που εμφανίζεται δεν είναι παρά ο ίδιος ο Ρέντλω που ως άλλος εαυτός ξεστομίζει τις πιο μύχιες, κι ως εκ τούτου πιο πικρές, σκέψεις.
 
Όπως είναι φυσικό, ο Ρέντλω αποδέχεται τη συμφωνία υποκύπτοντας και στον τελευταίο της όρο : «Και θα δεχτείς μαζί της και τούτο άνθρωπε, που από αυτή τη στιγμή σε απαρνιέμαι: το χάρισμα, που σου έδωσα, θα το δωρίζεις κι εσύ, όπου κι αν πας. Χωρίς να μπορείς ν’ αποκτήσεις ξανά τη δύναμη, που έχασες με τη θέλησή σου, θα την καταστρέφεις από δω και μπρος και στους άλλους, σ’ όποιον ζυγώνεις». Κι από δω ξεκινούν τα παιχνίδια του Ντίκενς, που διεισδύει στα κατάβαθα της ύπαρξης πλάθοντάς την εκ νέου. Γιατί ο Ρέντλω, κατόπιν της συμφωνίας με το φάντασμα, δεν έχασε ολοκληρωτικά τη μνήμη του, ώστε να μην ξέρει ποιος είναι, ποιοι είναι οι άλλοι κλπ. Ούτε ξέχασε τις γνώσεις του στη χημεία, όπου διέπρεπε ως δάσκαλος. Ο Ρέντλω έχασε τη μνήμη που αφορούσε αποκλειστικά τις ανυπόφορες συναισθηματικές του πληγές. Θα λέγαμε ότι βρισκόμαστε μπροστά σε δύο είδη μνήμης. Τη μνήμη των γνώσεων και τη μνήμη των συναισθημάτων. Κι αυτό ακριβώς είναι το θέμα του Ντίκενς. Η μνήμη των συναισθημάτων ως καθοριστικός παράγοντας της ανθρώπινης διαμόρφωσης.
Ο Ρέντλω από τη στιγμή που στερείται αυτού του είδους τη μνήμη, γίνεται άλλος άνθρωπος. Γίνεται ψυχρός, κυνικός, σκληρός. Τα πάντα αποδίδονται μ’ ένα τρόπο ξερό, μονοδιάστατο. Το κουρελιάρικο παιδί που εμφανίζεται στο κτίριο που μένει, και που το έχει περιμαζέψει η πονόψυχη κυρία Μίλλυ, του φέρνει αποστροφή και σιχασιά. Του δίνει ό,τι φαγητό έχει προκειμένου να το ξεφορτωθεί μια ώρα αρχύτερα. Ο παλιός τρυφερός κι ευαίσθητος Ρέντλω ανήκει οριστικά στο παρελθόν. Μόνο όταν είναι να οδηγήσει το μικρό στην κυρία Μίλλυ θυμάται τη συμφωνία με το φάντασμα και διστάζει. Καταλαβαίνει ότι θα μεταδώσει και στη Μίλλυ τη δική του συναισθηματική λησμονιά και προτιμά να το αποφύγει. Δίνει εντολές στο μικρό που θα τη βρει, νιώθοντας απέχθεια να τον ακουμπήσει και κλείνει την πόρτα πίσω του: «….. έκρυψε το πρόσωπο του στις παλάμες του, σαν να τον τρόμαξε ο ίδιος ο εαυτός του. Γιατί τώρα ήταν πραγματικά μόνος του. Μόνος, μόνος».
Όμως το πράγμα δε θα σταματήσει εδώ. Ο Ρέντλω θα περάσει από το σπίτι των Τέττερμπυ προκειμένου να συναντήσει τον άρρωστο φοιτητή που φιλοξενείται στο πάνω δωμάτιο και που φυσικά γιατροπορεύει η Μίλλυ. Ο Τέττερμπυ πολυτεχνίτης και πατέρας εφτά παιδιών τα φέρνει βόλτα με μεγάλη δυσκολία. Οι δουλειές δεν πάνε καλά, ο μεγάλος γιος (δέκα χρονών) πουλάει εφημερίδες όλη τη μέρα για να φέρει στο σπίτι πενταροδεκάρες, ο φοιτητής ανάθεμα κι αν πληρώνει καμιά φορά το πενιχρό νοίκι και τα υπόλοιπα πιτσιρίκια χαλάνε τον κόσμο μες στο μικρό – άθλιο σπίτι της οικογένειας. Όμως ο Τέττερμπυ είναι πάντα καλοσυνάτος κι ευτυχής. Διαβάζει την εφημερίδα του, ψευτομαλώνει τα παιδιά κι αγαπά με πάθος τη γυναίκα του. Είναι περήφανος για όλα αυτά που έχει πετύχει. Όσο για το φοιτητή του πάνω πατώματος, δε θα έφερνε αντίρρηση κανείς ότι επρόκειτο για παιδί – διαμάντι.
Όταν ο Ρέντλω μπήκε σα σίφουνας στο δωμάτιό του, τον κοίταξε με δέος. (Ο Ρέντλω ήταν αποδέκτης απεριόριστου θαυμασμού από τους φοιτητές του). Οι αποκαλύψεις ότι οι γονείς του φοιτητή συνδέονται άμεσα με το παρελθόν του Ρέντλω δεν έχουν πλέον καμία σημασία. Σημασία έχει η αλλαγή στους τρόπους του καθηγητή, που αφήνουν το φοιτητή άναυδο και κυρίως η μεταστροφή όλων των ανθρώπων που σχετίζονται μαζί του, εκπληρώνοντας τη συμφωνία του φαντάσματος. Γιατί ο φοιτητής γίνεται επίσης ψυχρός, σαν τον καθηγητή του, ειρωνεύεται και τελικά αποδιώχνει τη Μίλλυ που τον επισκέπτεται, όπως κάθε μέρα, δείχνοντας θράσος και αγνωμοσύνη. Η κυρία Τέττερμπυ αγανακτεί με την άθλια ζωή της στο χαμόσπιτο και τα χρόνια της που πήγαν χαμένα σ’ αυτό το γάμο, που το μόνο που έφερε ήτανε κόπους και φτώχεια. Κοιτούσε τον άντρα της με περιφρόνηση συνειδητοποιώντας τη φθορά του με τη φαλάκρα και την καμπούρα. Ο δε Τέττερμπυ έχασε κάθε ενδιαφέρον ακόμη και να διαβάσει την αγαπημένη του εφημερίδα. Κοιτούσε τη γυναίκα του κι αναρωτιόταν: «Δεν ξέρω τι της βρήκα! Κι αν της βρήκα τότε τίποτε, πάει, χάθηκε πια. Χόντρυνε, γέρασε, υπάρχουν πάρα πολλές γυναίκες καλύτερες από δαύτη……………. Πού είχα το μυαλό μου όταν την παντρεύτηκα;» Σε λίγο θα ανταλλάξουν τα πιο πικρόχολα λόγια μπροστά στα παιδιά που θα χτυπιούνται για το σαπούνι και για τις μερίδες του πρωινού. Στο τέλος ο Τέττερμπυ με αγανάκτηση χωρίς προηγούμενο θα φωνάξει: «Καμιά χαρά δε μας δίνουν τα παιδιά».
Η μαγική εικόνα του Ντίκενς είναι οι δύο οπτικές που ανοίγονται στον τρόπο που μπορούμε να δούμε τη ζωή. Μιλάμε για την οπτική των συναισθημάτων από τη μια, όπου ο φοιτητής είναι υπόχρεος στη Μίλλυ και το ζεύγος Τέττερμπυ παραμένει αγαπημένο παρά το χρόνο και τις αντιξοότητες, και την οπτική της ανελέητης έλλειψής τους, όπου όλα κινούνται μέσα στον αβάσταχτο ρεαλισμό που δεν μπορεί παρά να καταλήξει στην ωμότητα. Γιατί, στο κάτω – κάτω, σιγά την υποχρέωση του φοιτητή για λίγες σούπες και μερικές κουβέρτες όταν ήταν άρρωστος. Σε τελική ανάλυση θα επιβίωνε και χωρίς τη Μίλλυ. Εξάλλου ποιος θα μπορούσε να αμφισβητήσει ότι η κυρία Τέττερμπυ έχασε κάθε ίχνος από την παλιά της ομορφιά; Ή ότι τα παιδιά δεν έχουν βάσανα; Ή ότι οι εφημερίδες δεν είναι βαρετές; Ή ότι η οικογένεια Τέττερμπυ πέρασε μια ζωή στη φτώχεια και τη στέρηση; Τελικά οτιδήποτε στερείται συναισθημάτων δεν μπορεί παρά να απαξιώνεται. Τι θα μπορούσε να παραμείνει όρθιο αν το απογυμνώναμε συναισθηματικά; Έτσι κι αλλιώς τα πάντα θα οδηγηθούν στη φθορά. Το συναίσθημα είναι το αντίδοτο του θανάτου, αφού μόνο αυτό μπορεί να δώσει αξία σε οτιδήποτε. Όταν το συναίσθημα πεθαίνει, το μόνο που μένει είναι η μιζέρια της απαξίωσης ή η απανθρωπιά του πιο επαίσχυντου αμοραλισμού. Ο Ρέντλω αρχίζει και συνειδητοποιεί ότι κάτι δεν πάει καλά με το δώρο του φαντάσματος.
Φοβισμένος από τις συνέπειες των επισκέψεών του επιχειρεί να καταφύγει στις γειτονιές των απόκληρων και των κατατρεγμένων όπου η λησμονιά που θα επιφέρει θα μπορούσε να είναι ευεργετική. Οδηγό του έχει το ρακένδυτο πιτσιρικά που περιμάζεψε η Μίλλυ και που τόσο τον είχε αηδιάσει τη νύχτα της συμφωνίας με το φάντασμα. Ο μικρός, διαποτισμένος ως το μεδούλι από την επιρροή του Ρέντλω διεκδικεί λεφτά προκειμένου να τον οδηγήσει στις φτωχογειτονιές. Τα παζάρια του είναι χωρίς προηγούμενο. Δίνει την εντύπωση ότι ανά πάσα στιγμή θα ξεπουλούσε τα πάντα αν πετύχαινε καλή τιμή. Ο Ρέντλω του δίνει όλα τα νομίσματα που ζητάει. Ο μικρός τον κατευθύνει χωρίς να βγάζει μιλιά. Είναι παγερά αδιάφορος για όλα. Το μόνο του ενδιαφέρον είναι τα νομίσματα που κατάφερε να αποσπάσει από το Ρέντλω, τα οποία και βάζει στο στόμα του, ως το ασφαλέστερο μέρος. Τα σαλιωμένα κέρματα, τα ξεσκισμένα ρούχα και η σκληρή – αμείλικτη όψη του είναι ίσως το πιο αποκρουστικό θέαμα που είδε ποτέ ο Ρέντλω. Όταν αργά τη νύχτα επιστρέφει στο σπίτι, το φάντασμα εμφανίζεται και δείχνει το μικρό που κοιμάται στο πάτωμα:
«Αυτό είναι το τελειότερο δείγμα ανθρώπου, ολότελα στερημένο από τις αναμνήσεις εκείνες, που απαρνήθηκες εσύ. Καμιά θύμηση από πόνους, αδικίες, βάσανα δεν μπαίνει στην ψυχή του για να τη μαλακώσει, γιατί τούτο το θνητό συντρίμμι το παράτησαν από τη γέννησή του για να ζει χειρότερα κι από τα θεριά και ποτέ δεν το άγγιξε μια κάποια ανθρωπιστική συμπεριφορά, για να γίνει μέσα του η αντιπαραβολή και να φυτρώσει μια τέτοια ανάμνηση στην πετρωμένη του καρδιά. Άγονη ερημιά, τίποτε άλλο δεν υπάρχει μέσα στο έρημο τούτο πλάσμα. Άγονη ερημιά απλώνεται μέσα σε κάθε άνθρωπο, στερημένο απ’ αυτό, που συ απαρνήθηκες. Αλίμονό του! Και δέκα φορές αλίμονο στο λαό, που ανασταίνει εκατοντάδες χιλιάδες τέρατα σαν αυτό, το ξαπλωμένο εδώ μπροστά μας».
Είναι η στιγμή που ο Ρέντλω γνωρίζει την ολοκληρωτική συντριβή. Εκλιπαρεί το φάντασμα να ακυρώσει τη συμφωνία. Το φάντασμα εξακολουθεί να δείχνει το παιδί: «Αυτό είναι καρπός απ’ την ανθρώπινη αδιαφορία. Εσύ είσαι καρπός απ’ την ανθρώπινη υπεροψία». Κι εδώ ακριβώς είναι το ανθρώπινο χριστουγεννιάτικο μήνυμα του Ντίκενς. Η αδιαφορία και η υπεροψία δεν είναι τίποτε άλλο απ’ τη συναισθηματική απονέκρωση που τελικά δεν είναι θέμα του κάθε ανθρώπου ατομικά, αλλά μοιραία αποκτά κοινωνικές διαστάσεις. Γιατί αλίμονο στις κοινωνίες που γεννούν τέρατα σαν το πιτσιρικά. Γιατί ο αμοραλισμός είναι αρρώστια ψυχική κι ο συναισθηματικά ανάπηρος άνθρωπος είναι αυτός που θα μετατρέψει την αποκτήνωση σε ιδεολογία.
Ο Ρέντλω έχει γιατρευτεί από όλες του τις δυστυχίες. Το φάντασμα έχει εκπληρώσει την αποστολή του. Η συμφωνία ακυρώνεται. Η Μίλλυ επαναφέρει τη μνήμη των συναισθημάτων σε όλους αυτούς που τη στερήθηκαν παροδικά. Κι αυτό είναι το μεγαλύτερο χριστουγεννιάτικο δώρο.